Εκδικάζεται αύριο στον ιταλικό Αρειο Πάγο η προσφυγή κατά του γερμανικού κράτους των απογόνων των θυμάτων της σφαγής στο Δίστομο στις 10 Ιουνίου 1944. Οι Διστομίτες διεκδικούν στην Ιταλία αποζημιώσεις ύψους 80 εκατ. ευρώ εις βάρος της κρατικής εταιρείας των «Γερμανικών Σιδηροδρόμων», που διαθέτουν παράρτημα στη γειτονική χώρα

Εκδικάζεται αύριο Τρίτη 25 Ιουνίου στον ιταλικό Αρειο Πάγο η προσφυγή κατά του γερμανικού κράτους των απογόνων των θυμάτων της σφαγής στο Δίστομο στις 10 Ιουνίου 1944. Οι Διστομίτες διεκδικούν στην Ιταλία αποζημιώσεις ύψους 80 εκατ. ευρώ εις βάρος της κρατικής εταιρείας των «Γερμανικών Σιδηροδρόμων» που διαθέτουν παράρτημα στη γειτονική χώρα.

Οι Διστομίτες κατόρθωσαν να δεσμεύσουν λογαριασμούς της κρατικής αυτής γερμανικής εταιρείας με απόφαση του ιταλικού Εφετείου της Φλωρεντίας στις 4/6/2008. Ηδη το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι δεν ισχύει η δικαιοδοτική ασυλία των κρατών σε περιπτώσεις εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.

Ενα από τα σημαντικότερα ζητήματα που εγείρονται κατά τη διεκδίκηση των ατομικών αξιώσεων επανόρθωσης για τις θηριωδίες που διέπραξαν οι δυνάμεις της Τριπλής Κατοχής είναι ο τρόπος με τον οποίον μπορούν πράγματι να εισπραχθούν οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις, ακόμη και στην περίπτωση που ευδοκιμήσουν οι αγωγές των θυμάτων.

Με άλλα λόγια, τι θα συμβεί αν –παρά την «ετεροδικία» πίσω από την οποίαν οχυρώνεται η ενιαία πλέον Γερμανία για να αποφύγει την αποζημίωση των θυμάτων και των απογόνων τους, ενώ είναι ο «καθολικός διάδοχος του Γ’ Ράιχ»– κάποια αγωγή αποζημίωσης γίνει επί της ουσίας δεκτή, όπως στην περίπτωση του Διστόμου. Σε μια τέτοια περίπτωση, η αρχή της κυριαρχίας οδηγεί τα θύματα σε νέες δικαστικές περιπέτειες, αυτή τη φορά σχετικά με την ένδικη προστασία της αξίωσής τους σε αναγκαστική εκτέλεση κατά ενός αλλοδαπού κράτους, όπως π.χ. της Γερμανίας.

Το προνόμιο αυτό αποκαλείται «ασυλία εκτέλεσης» και αποτελεί την προβολή της κρατικής κυριαρχίας στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων που έχουν επιδικαστεί εναντίον ενός αλλοδαπού Δημοσίου. Στην Ελλάδα η σχετική συζήτηση συναρτάται με τη διάταξη του μεταξικής προέλευσης άρθρου 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Το επίμαχο άρθρο θέτει τις αμετάκλητα αναγνωρισμένες αξιώσεις αποζημίωσης των θυμάτων υπό την αίρεση του εκάστοτε υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος έχει απόλυτη διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει ή όχι την εκτέλεση («προηγούμενη άδεια»). Την ίδια στιγμή, δεν επιτρέπεται ούτε η προσφυγή των θυμάτων κατά της μη χορήγησης της εν λόγω άδειας, καθώς αυτή θεωρείται ότι αποτελεί μια κυριαρχική πράξη («κυβερνητική πράξη») που δεν ελέγχεται από τη Δικαιοσύνη.

Αν και η διάταξη του Αρθρου 923 έχει κριθεί συνταγματική από τον Αρειο Πάγο (2002) και το ΣτΕ (2006) και συμβατή με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και το Διεθνές Δίκαιο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (2002), σήμερα, δεκαεννέα χρόνια μετά την απόφαση 11/2000 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που αμετάκλητα αναγνώρισε τις αξιώσεις των Διστομιτών κατά της Γερμανίας και εν όσω αρκετές αγωγές θυμάτων είναι εκκρεμείς στα ελληνικά δικαστήρια, η άποψη αυτή πρέπει να αναθεωρηθεί.

Το γεγονός ότι επί σχεδόν δύο δεκαετίες δικαιούχοι αμετάκλητα αναγνωρισμένων αξιώσεων αδυνατούν να ικανοποιηθούν, εγκλωβισμένοι σε ένα moratorium που επιβάλλει το δίκαιο του ισχυρού, είναι δείκτης του επιπέδου του κράτους δικαίου στη χώρα μας. Τόσο από την άποψη του Συντάγματος όσο και από τη σκοπιά του Διεθνούς Δικαίου το δικαίωμα στην περιουσία, αλλά και τη δικαστική προστασία, δεν επιτρέπεται να εξουδετερώνεται με μόνη δικαιολογία τη Raison d’ État (μη διατάραξη διμερών σχέσεων της χώρας), εφόσον είναι εφικτή η εξεύρεση μιας αναλογικότερης λύσης που να διασφαλίζει και τα δύο φαινομενικά συγκρουόμενα αγαθά.

Ειδικότερα, ήδη με τη ρηματική διακοίνωση της 4ης Ιουνίου 2019 έγινε φανερό ότι η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθεί να εκλαμβάνει ως αδιάσπαστη ενότητα τις διακρατικές αξιώσεις (επανορθώσεις, κατοχικό δάνειο, πολιτιστικοί θησαυροί) και τις ιδιωτικές απαιτήσεις για εγκλήματα θηριωδίας. Ταυτόχρονα, η γερμανική πλευρά –όπως, άλλωστε έπραξε και το 1995– έσπευσε, χωρίς την τήρηση των κανόνων που διέπουν τις διμερείς διπλωματικές σχέσεις, να απορρίψει τη διακοίνωση με τις γνωστές-στερεότυπες δηλώσεις κυβερνητικών εκπροσώπων.

Ετσι, όμως, η Γερμανία –πέραν των δικαιωμάτων των θυμάτων– εξακολουθεί να παραβιάζει και μια θεμελιώδη υποχρέωση, εκείνη της καλόπιστης επιλογής ειρηνικών μέσων για τη διευθέτηση μιας διεθνούς διαφοράς. Σε ένα αίτημα με σημαντική νομική, ιστορική και πολιτική θεμελίωση απαντά αναιτιολόγητα, βασιζόμενη στην ουσία στο δίκαιο της πυγμής, του πολιτικά και οικονομικά ισχυρότερου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι εξίσου αμφίβολο εάν τηρεί και την κομβική υποχρέωση που απορρέει από τις βασικές συνθήκες της Ε.Ε., δηλαδή τον σεβασμό του κράτους δικαίου, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, όπως ιδίως αυτές αποτυπώνονται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Σήμερα, λοιπόν, η υπόθεση του Διστόμου έχει πάρει νέα τροπή, καθώς η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του παραρτήματος των γερμανικών σιδηροδρόμων στην Ιταλία έχει αναγκάσει τη Γερμανία να προσφύγει ξανά στην ιταλική Δικαιοσύνη. Η εξέλιξη αυτή είναι θετική, πλην όμως ενισχύει ακόμη περισσότερο την ανάγκη και οι ελληνικές αρχές να συμμεριστούν την επιτακτικότητα της συγκυρίας.

Εξάλλου, κατά την ομιλία του ενώπιον της ολομέλειας της Βουλής την 17η Απριλίου 2019, στο πλαίσιο συζήτησης για το Πόρισμα της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής των Γερμανικών Οφειλών, ο ίδιος ο πρωθυπουργός άφησε να εννοηθεί ότι, εάν η Γερμανία δεν ανταποκριθεί στην πρόσκληση της Ελλάδας για διαπραγμάτευση, υπάρχουν πάντοτε λύσεις με σκοπό την ικανοποίηση των θυμάτων.

Είναι προφανές ότι σημαντικό όπλο προς αυτή την κατεύθυνση αναδεικνύεται η κατάργηση του απαράδεκτου άρθρου 923 και η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των θυμάτων που έχουν παραβιαστεί στον πυρήνα τους. Μια τέτοια κίνηση, όχι μόνο είναι νομικά, πολιτικά και ηθικά εντελώς συμβατή με το δίκαιο των αντιμέτρων για διεθνώς παράνομες πράξεις –πόσο μάλλον για μαζικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας– αλλά μπορεί να συμβάλει και στην περαιτέρω προώθηση του ζητήματος, ανοίγοντας τον δρόμο για διεθνή δικαιοδοτική δραστηριότητα μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατών.

Τα μέλη της Διακομματικής Επιτροπής Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών προς την Ελλάδα: Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, Χάρης Τζαμακλής, Νίκος Θηβαίος, Δημήτριος Α. Κούρτης, εμπειρογνώμονας Διεθνούς Δικαίου της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Γερμανικών Οφειλών