Σε παγκόσμια, πλέον, κλίμακα είναι ολοφάνερη η τάση μεγάλων μερίδων των εκλογικών σωμάτων (όσων πολιτών συμμετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες) να επικροτούν με την ψήφο τους πολιτικές, που έχουν αναφορά στον ακραίο νεοφιλελευθερισμό και στην ακραία έως ακροδεξιά ή φιλοφασιστική ρητορική. Οι αιτίες για το φαινόμενο αυτό είναι πολλές, αλλά βασική, κατά τη γνώμη μου, είναι η άνιση κατανομή του πλούτου, που φτωχοποιεί όλο και περισσότερα κοινωνικά στρώματα. Ειδικότερα στην Ευρώπη και στην Αμερικανική ήπειρο το φαινόμενο ενισχύεται και από την αύξηση των προσφυγικών ροών εξαιτίας των πολέμων και της φτώχειας.
Στην Ελλάδα, την τελευταία δεκαετία της οικονομικής κρίσης, το φαινόμενο κατά περιόδους έλαβε επιδημικές διαστάσεις (άνοδος Χρυσής Αυγής, ακραία ρητορική κατά την προσφυγική κρίση των ετών 2015 – 2016 κ.ά.). Παραλλήλως, η Νέα Δημοκρατία υπό την προεδρία του κ. Μητσοτάκη, ο οποίος επικουρείται από πρωτοκλασάτα στελέχη προερχόμενα από τον ακροδεξιό χώρο, ευαγγελίζεται ένα πρόγραμμα διακυβέρνησης της χώρας με στοιχεία ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Πρόγραμμα που θέτει ως προτεραιότητα την εκχώρηση τμημάτων του δημόσιου τομέα σε ιδιωτικά συμφέροντα (υγεία, παιδεία, ασφάλιση κ.ά.), που περιορίζει το κοινωνικό κράτος, που, εν τέλει, προτάσσει ως επιλογή «σωτηρίας» την ενίσχυση των ελίτ εις βάρος των πολλών υπό το πρόσχημα των επενδύσεων (με ή χωρίς εισαγωγικά), που θα λύσουν δήθεν και το πρόβλημα της ανεργίας. Με απλά λόγια, προτείνεται η ίδια συνταγή για τη «σωτηρία» της χώρας από τους ίδιους που τη χρεωκόπησαν, που έφεραν την ανθρωπιστική κρίση, που εκτόξευσαν την ανεργία, που διέλυσαν χιλιάδες επιχειρήσεις, που απέλυσαν χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους.
Η απάντηση, η άμυνα και η αντίσταση στο (δοκιμασμένο και αποτυχημένο) πρόγραμμα αυτό δεν μπορεί παρά να είναι η συμπαράταξη των κοινωνικών δυνάμεων, που σε πολιτικό επίπεδο εκφράζονται από τα κόμματα του κεντρώου, του κεντροαριστερού και του αριστερού χώρου. Τα κόμματα εκείνα, που αναφέρονται στο κοινωνικό κράτος και στην ενωμένη Ευρώπη. Τα κόμματα εκείνα, που θεωρούν το κοινοβουλευτικό πολίτευμα ως προϋπόθεση και ως μοχλό για την προκοπή και την ευημερία των πολλών. Τα κόμματα εκείνα, που αντιπαλεύουν την προνομιακή μεταχείριση των ολίγων ισχυρών του πλούτου.
Κατά τη γνώμη μου, στις σημερινές συνθήκες της κρίσης και της αβεβαιότητας, αποτελεί ψευτοδίλημμα η αναζήτηση του καταλληλότερου κομματικού εκπροσώπου των πολλών. Η κρίση ανέδειξε νέα πολιτικά πρόσωπα και νέες πολιτικές δυνάμεις. Η κρίση έθεσε στο περιθώριο πολιτικά πρόσωπα και πολιτικές δυνάμεις που συνέβαλαν στην πρόκλησή της. Την κοινωνία δεν την απασχολεί ούτε ποιος θα κατέχει την καρέκλα του αρχηγού, ούτε πώς θα ονομάζεται η κοινωνική συμπαράταξη, ούτε οι συγκινησιακές αναφορές στις παραδόσεις και στην ιστορία ενός εκάστου προσώπου ή κόμματος. Την κοινωνία την απασχολεί η επίλυση των προβλημάτων της καθημερινότητας, η απόκτηση σιγουριάς για το μέλλον, η προκοπή, η μη επανάληψη πολιτικών που θα οδηγούν στη χρεωκοπία, στην εξαθλίωση και στη φτώχεια.
Οι καιροί δεν είναι μενετοί. Η Ιστορία είναι αμείλικτη, ανυπόμονη και δεν συγχωρεί τους άτολμους. Η Ιστορία σήμερα επιτάσσει τη συμπαράταξη των κοινωνικών δυνάμεων που προτίθενται να αμυνθούν και να αντισταθούν στη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού και της ακροδεξιάς. Η Ιστορία επιτάσσει τη διακυβέρνηση της χώρας από μια τέτοια κοινωνική συμμαχία.
Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν!